STORIESUncategorized

Δες καθαρά

228views

Τελευταίες μέρες του Φλεβάρη και ο καιρός δείχνει τα δόντια του. Πρωί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και όλοι βρίσκονται σε σύγχυση βιάζονται να κάνουν πράγματα που δεν τους γεμίζουν και να ολοκληρώσουν υποχρεώσεις που στέκουν σαν βραχνάς στην ζωή τους.

Εκεί είναι και ένας πιτσιρίκος με κεφάλι βαρύ. Τον πειράζει που έμεινε απένταρος και δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις και στις ανάγκες του. Από το σπίτι καταριέται την τύχη του. Μόλις κατέβηκε από το λεωφορείο και πηγαίνει προς τα πανεπιστήμια. Προσπερνάει μια γιαγιάκα όμως εκείνη μόλις τον βλέπει τον φωνάζει. “Παλικάρι μου σε παρακαλώ βοήθησε με!”. Εκείνος ξαφνιάζεται και γυρνάει να κοιτάξει. Είναι μια πολύ αδύνατη γιαγιάκα φορτωμένη με σακούλες.

(Π)-Τι έπαθες;
(Γ)-Βοήθησε με να πάω ως εδώ στο νοσοκομείο.
(Π)-Φέρε μου τις σακούλες σου θα στις κουβαλήσω εγώ.
(Γ)-Να ‘σαι καλά παλικάρι μου. Σε ευχαριστώ πολύ!

Η φωνή της ήταν πολύ λεπτή και αδύναμη και το ύφος της γεμάτο πίκρα και απελπισία. Τα μάτια της χαμένα μια στον ορίζοντα και την άλλη καρφώνονταν στον ανήσυχο βλέμμα του. Το πρόσωπό του για λίγο έλαμψε, ήθελε να βοηθάει αυτούς που είχαν ανάγκη.

(Γ)-Ελπίζω να μην σε βγάζω από τον δρόμο σου, αγόρι μου. Χίλια συγγνώμη.
(Π)-Ηρέμησε, να εδώ στο πανεπιστήμιο πήγαινα για μάθημα.
(Γ)-Αχ αγόρι μου, και ο γιος μου ήταν στην Ιατρική και ξημερωνόταν στο διάβασμα. Ολόκληρα βράδια δεν κοιμόταν όμως είχε κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.
(Π)-Δύσκολη η Ιατρική γιαγιά.
Για λίγο πίστεψε ότι πήγαινε να τον βρει στο νοσοκομείο. Η γριούλα όμως σταμάτησε να περπατάει. Σκοτάδι. Ο νεαρός τότε φοβήθηκε και τις είπε:
(Π)-Δεν χρειάζεται να βιαζόμαστε πάμε σιγά σιγά έχουμε χρόνο.
(Γ)-Έχω την καρδιά μου αγόρι και έχω ραντεβού, πρέπει να βιαστούμε.
(Π)-Εντάξει θα σε πάω εγώ μέχρι μέσα και θα σε δεχτούν μην αγχώνεσαι.
(Γ)-Αχ παλικάρι μου σε ευχαριστώ πολύ να σε χαίρεται η μανούλα σου.
Δεν ήταν τα λόγια της γιαγιάς που άγγιξαν τον Πιτσιρίκο όσο η αγάπη και η ζεστασιά που του έδωσαν για λίγα δευτερόλεπτα κάνοντας τον να νιώσει τόσο άνετα όπως ένα Κυριακάτικο πρωινό στο πατρικό του πίσω στην πόλη του. Η γριούλα, λοιπόν, τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά. Μόλις είχαν φτάσει έξω από το καρδιολογικό. Τις δίνει τις σακούλες.

(Π)-Φτάσαμε γιαγιά. Να προσέχεις!
(Γ)-Σε ευχαριστώ πολύ παλικάρι μου! Την ευχή μου να έχεις! Να προσέχεις τον εαυτό σου και να προσέχεις στον δρόμο. Να προσέχεις πως περπατάς για να σε έχει και να σε χαίρεται μανούλα σου. Εγώ το παιδί μου δυστυχώς το έχασα.
Του φίλησε το χέρι και μπήκε μέσα στην αίθουσα του καρδιολογικού. -Ετών 30. Τον παρέσυρε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός ήταν μεθυσμένος.- Σκοτάδι. Αυτήν την φορά για τον νεαρό. Το κορμί του μούδιασε ολόκληρο. Για τα επόμενα λεπτά τα είχε χαμένα. Δεν μπορούσε να εξωτερικεύσει αυτό που ένιωθε. Παρ’όλ’αυτά το σώμα του βρήκε τρόπο. Δάκρυσε! Δάκρυσε αρκετά! Δάκρυσε τόσο που ήταν ικανό να ξεπλύνει τα μάτια του και να δει επιτέλους καθαρά. Είχε ως δεδομένο το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο, την υγεία. Προβληματιζόταν για τα λεφτά, αγχωνόταν για το μέλλον. Τι έχει σημασία τελικά πέρα από την υγεία σου και την υγεία των γύρω σου; Έβαλε άθελα του την μητέρα του στην θέση της γιαγιάκας. Δάκρυσε!

Δες καθαρά. Δες τι μετράει και τι αξίζει.

Leave a Response