STORIESΣΧΕΣΕΙΣ

Του ζευγαριού απέναντι

516views

Φτάσαμε άνοιξη σχεδόν. Και άνοιξη χωρίς ζευγαράκια στους δρόμους γίνεται; δε γίνεται! Σαν άλλα σαλιγκάρια μετά τη βροχή, ξεχύνονται στους δρόμους και στα μαγαζιά της πόλης (κατά προτίμηση βραδινές ώρες) και με τις καθιερωμένες «ζευγαρίστικες» συνήθειές τους – δεν τους κατακρίνω, τα έχω κάνει κι εγώ πολλάκις – γευματίζουν και περνούν την ώρα τους ευχάριστα.

Επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω, πράγματι στις τελευταίες μου εξόδους έχω παρατηρήσει αρκετές φορές ζευγαράκια σε κοντινά τραπέζια απ’ το δικό μου. Ε λοιπόν, ένα περίεργο πράγμα, κάθε φορά που βλέπω δύο ερωτευμένους ανθρώπους μαζί, μου αρέσει να τους παρατηρώ. Προτού με περάσεις για καμιά κρίπι φυσιογνωμία, άσε με να σου εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ.

Παρατηρώ τις κινήσεις τους, τη γλώσσα του σώματός τους, τα μάτια τους, τις εκφράσεις του προσώπου τους. Παρατηρώ ακόμα και το πώς έχουν καθίσει. Κοιτάζονται; Γελάνε; Έπειτα βάζω στοίχημα με τον εαυτό ή με τους φίλους μου. Προσπαθώ να καταλάβω και να σχηματοποιήσω στο μυαλό μου ένα στόρι, το δικό τους στόρι. Απ’ αυτό μετά βγάζω και τα δικά μου συμπεράσματα, συμπεράσματα που καθόλου δε φιλοδοξούν να γίνουν στοχευμένα στο εκάστοτε ζευγάρι προσωποκεντρικά. Είναι απλώς συμπεράσματα για τις σχέσεις, για τον έρωτα, ακόμα και για τις κοινωνικές συμβάσεις περί έρωτος. Γιατί – πώς να το κάνουμε άλλωστε – ξεχωρίζει η αμηχανία ενός πρώτου ραντεβού, ή η σιγουριά του κεκτημένου, του «δικού μου» που ακολουθεί μια σειρά από μήνες σχέση. Βέβαια, δεν είναι μόνο ο «έρωτας και ο βήχας» που δεν κρύβονται. Ούτε η ανία κρύβεται –πανάθεμα την- , ούτε το «αταίριαστο» που με νύχια και με δόντια παλεύουν να μείνει «ταιριαστό».

Τέτοιο ήταν και το ζευγάρι που κάθισε στο διπλανό μου τραπέζι τις προάλλες. Το μαγαζάκι ήρεμο και cozy, καθόλου χώρο δεν άφηνε για βαβούρα ή αναστάτωση. Κι όμως η ατμόσφαιρα και ηλεκτρισμένη ήταν και λέξη δεν έβγαινε από τα χείλη τους. Σιωπή λοιπόν – να ‘ναι καλά η συνονόματη που τα είπε εδώ και χρόνια – . Ζευγαράκι για τα καλά βουτηγμένο στην α λα μιλένιαλς εποχή, εποχή που κρίνει ανεπίτρεπτη τη μη ινσταγκραμική καταγραφή της εξόδου με το αμόρε. Οι μεταξύ τους κουβέντες ελάχιστες, οι ματιές σχεδόν ανύπαρκτες και όλα αυτά ενώ ταυτόχρονα το κινητό τους δεν αφέθηκε ούτε για μια στιγμή από τα χέρια τους. Αμηχανία – πες τα ρε Βίσση μη τα λέω εγώ –  ναι, αμηχανία.

Πολύ με προβλημάτισε το «ζεύγος» του διπλανού τραπεζιού. Διακριτικά το μάτι μου τους ακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματός τους, ενός γεύματος αστραπή για να είμαι πιο συγκεκριμένη. Ήρθαν, έφαγαν, έφυγαν. Ρωμαίους δε τους λες, αλλά μάλλον συμβιβασμένους σε μια σχέση τυπική, «κανονική», προγραμματισμένη και οργανωμένη. Ήταν Σάββατο άλλωστε, η μέρα της εξόδου, ως είθισται. Έλεγα από μέσα μου «κρίμα ρε παιδιά», περιμένοντας να δω ένα χαμόγελο μεταξύ τους, έστω ένα βλέμμα σαν αυτά που δίνεις και σταματάει ο χρόνος γύρω σου. Τελικά, μετά από λίγη ώρα, τους καταχώρησα στη λίστα των ανώφελων λαβ στόρι.

Φημίζομαι για την ακρίβεια του ενστίκτου μου, αλλά και πάλι, με σιγουριά δε μπορώ να προσδιορίσω τη χρονική διάρκεια της σχέσης τους. Αυτό όμως που με σιγουριά μπορώ να προσδιορίσω – και γι’ αυτό δε μου χρειάζεται καθόλου το γυναικείο μου ένστικτο – είναι ότι ήταν «παιδιά», νέοι, νιάτα. Βράζει το αίμα σου σ’ αυτή την ηλικία, έτσι λένε οι παλιοί και καθόλου δεν έχουν άδικο.

Γι’ αυτό και μου «κλώτσησε» αυτό το θέαμα. Μισώ τα «πρέπει», αλλά εδώ θα τα υποστηρίξω σθεναρά. Τί να τη κάνεις τη ζωή αν δε τη ζήσεις; Τί να τη κάνεις τη σχέση αν δεν είστε ερωτευμένοι; «Η ζωή μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε», λέει ο Χρόνης Μίσσιος (αν δε τον γνωρίζεις τον κύριο πάτησε ΤΩΡΑ αυτό). Θα τη βρεις τη δύναμη για να φύγεις από εκεί που δε ταιριάζεις, αλλά και για να βρεις ό,τι ψάχνεις. Πώς να το κάνουμε; «Θέλει μαγκιά για να δοθείς σε ένα πάθος δυνατό». Δε μένει παρά να αποδείξεις στον εαυτό σου λοιπόν ότι κι εσύ «διαθέτεις απ’ αυτό»..

Φιλιά,

Άννα Παπαδημητροπούλου

Leave a Response